σαρμάς

ο, Ν
1. είδος φαγητού από ψιλοκομμένο κρέας και ρύζι ή από σκέτο ρύζι, περιτυλιγμένο, σε σχήμα βώλων, με κληματόφυλλα ή λαχανόφυλλα, αλλ. ντολμάς
2. είδος εμπροσθογεμούς πυροβόλου που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση τού 1821.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. sarma < sarmak «τυλίγω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Sarma (plat) — Sarma Sarma Place dans le service Entrée Plat principal Ingrédients Viande (Bœuf, mouton, porc ou mélange de plusieurs viandes) Riz Condiments Feuilles de choux ou de vigne …   Wikipédia en Français

  • sarma — SARMÁ, sarmale, s.f. Preparat culinar din carne tocată (amestecată cu orez şi cu alte ingrediente) învelită în foaie de varză, de viţă etc. în forma unor rulouri. [var.: sarmálă s.f.] – Din tc. sarma. Trimis de IoanSoleriu, 13.09.2007. Sursa: DEX …   Dicționar Român

  • ντολμάς — ο (λ. τουρκ.), γέμισμα, μείγμα από ρύζι και κιμά τυλιγμένο σε κληματόφυλλο ή λαχανόφυλλο, αλλ. σαρμάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.